Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

«Πότε η Γερμανία θα γίνει τελικά μια κανονική χώρα»;

«Στο προβλέψιμο μέλλον, η Γερμανία δεν θα γίνει μια «κανονική» χώρα!!!»
Ομιλία του πρώην Ομοσπονδιακού Καγκελάριου Χέλμουτ Σμιτ στις 4 Δεκεμβρίου 2011 στη διάσκεψη του κόμματος SPD 
«Η Γερμανία εντός, μαζί & για την Ευρώπη»
Φίλοι, κυρίες και κύριοι, Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με ένα προσωπικό σχόλιο.
Όταν ο Σίγκμαρ Γκάμπριελ, ο Φρανκ Βάλτερ Σταινμάγιερ και το κόμμα ζήτησαν για άλλη μια φορά τη συμβολή μου, θυμήθηκα με χαρά ότι σαν σήμερα πριν από 65 χρόνια ήμουν γονατιστός στο πάτωμα με τη γυναίκα μου τη Λόκι και ζωγραφίζαμε αφίσες πρόσκλησης για το SDP στο προάστιο Neugraben του Αμβούργου.
Αλλά, οφείλω να ομολογήσω ότι στην ηλικία μου είμαι πλέον πέραν του καλού και του κακού όσον αφορά τα εσωκομματικά ζητήματα.
Εδώ και πολύ καιρό, τα δύο κύρια ενδιαφέροντά μου επικεντρώνονται στα καθήκοντα και στο ρόλο του έθνους μας στην κρίσιμη αρένα της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Χαίρομαι που μοιράζομαι αυτό το βήμα με τον Γενς Στόλτενμπεργκ από τη Νορβηγία ο οποίος, εν μέσω της συμφοράς που συντάραξε βαθειά τη χώρα του, έδωσε σε εμάς και σε όλους τους ευρωπαίους ένα φωτεινό παράδειγμα μιας σταθερής, συνταγματικής, φιλελεύθερης και δημοκρατικής ηγεσίας.
Όταν κανείς φθάσει στη δική μου προχωρημένη ηλικία, είναι φυσικό να υιοθετεί μια μακροπρόθεσμη προοπτική - τόσο προς τα πίσω όσον αφορά την ιστορία, όσο και προς τα εμπρός όσον αφορά το μέλλον, στο οποίο εναποθέτει τις ελπίδες και τις φιλοδοξίες του.
Τούτου δοθέντος, πριν από μερικές ημέρες, δεν στάθηκα ικανός να δώσω μια ευθεία απάντηση σε ένα πολύ απλό ερώτημα που μου έθεσε ο Βόλφγκανγκ Τίρσε, ο οποίος με ρώτησε πότε πιστεύω ότι η Γερμανία θα γίνει τελικά μια κανονική χώρα
Απάντησα λέγοντας ότι στο προβλέψιμο μέλλον η Γερμανία δεν θα γίνει μια ‘κανονική’ χώρα!!!

Το τεράστιο, αλλά και μοναδικό ιστορικό φορτίο μάς κλείνει το δρόμο προς αυτή την κανονικότητα. Ένα άλλο εμπόδιο είναι η κυρίαρχη κεντρική θέση που κατέχει η Γερμανία οικονομικά και δημογραφικά στη μέση μιας πολύ μικρής ηπείρου με μια πληθώρα διαφορετικών εθνικών κρατών.
Τα παραπάνω με φέρνουν στην καρδιά του περίπλοκου θέματος της ομιλίας μου:
 η Γερμανία εντός, μαζί και για την Ευρώπη.
I. Κίνητρα και απαρχές της ευρωπαϊκής ενοποίησης

Μολονότι αρκετά από τα περίπου 40 ευρωπαϊκά εθνικά κράτη - η Ιταλία, η Ελλάδα και η Γερμανία για παράδειγμα - άργησαν να αναπτύξουν την εθνική ταυτότητα που διαθέτουν σήμερα, πάντοτε υπήρχαν αιμοσταγείς πόλεμοι σε όλη την ήπειρο. Εξετάζοντας την ιστορία από την οπτική της κεντρικής Ευρώπης, θα μπορούσε κανείς να τη συνοψίσει ως μια ατελείωτη σειρά αγώνων ανάμεσα στην περιφέρεια και το κέντρο και, αντιστρόφως, ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια.
Ωστόσο, το κέντρο πάντοτε παρέμενε το αποφασιστικό πεδίο της μάχης.
Όταν οι ηγεμόνες, τα κράτη, ή οι λαοί της κεντρικής Ευρώπης ήταν αδύναμοι, οι γείτονές τους από την περιφέρεια επιτίθεντο στο αδύναμο κέντρο. Η μεγαλύτερη καταστροφή και οι σχετικά μεγαλύτερες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές έλαβαν χώρα στον πρώτο Τριακονταετή Πόλεμο (1618-48) που κατά το μεγαλύτερο μέρος τουδιεξήχθη σε γερμανικό έδαφος.
Την εποχή εκείνη η Γερμανία δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένας γεωγραφικός προσδιορισμός που οριζόταν αόριστα ως η περιοχή όπου μιλιόνταν τα Γερμανικά.
Οι Γάλλοι ήρθαν αργότερα υπό τον Λουδοβίκο τον 14ο και μετά υπό το Ναπολέοντα. Οι Σουηδοί δεν επέστρεψαν δεύτερη φορά. Αλλά οι Βρετανοί και οι Ρώσοι ήρθαν πολλές φορές, η τελευταία φορά πιο πρόσφατα με το Στάλιν.
Όταν οι δυναστείες ή τα κράτη της κεντρικής Ευρώπης ήταν ισχυρά - ή όταν πίστευαν ότι ήταν ισχυρά - τότε εκείνα με τη σειρά τους επιτίθεντο στην περιφέρεια.
Αυτό συνέβη με τις Σταυροφορίες που ήταν ταυτόχρονα εκστρατείες κατάκτησης, όχι μόνο στη Μικρά Ασία και την Ιερουσαλήμ, αλλά και στην ανατολική Πρωσία και στα τρία σημερινά κράτη της Βαλτικής.
Στη σύγχρονη περίοδο, το ίδιο επαναλήφθηκε με τον πόλεμο κατά του Ναπολέοντα, καθώς και με τους πολέμους του Βίσμαρκ το 1864, 1866 και 1870/71.
Το παραπάνω ισχύει ιδιαίτερα για το δεύτερο Τριακονταετή Πόλεμο μεταξύ 1914 και 1945.
Και ισχύει ειδικά για τις επιθέσεις του Χίτλερ στο Βόρειο Ακρωτήριο, στον Καύκασο, στην Κρήτη, στη νότιο Γαλλία και ακόμη και στο Τομπρούκ, κοντά στα σύνορα ανάμεσα στην Αίγυπτο και τη Λιβύη.
Η καταστροφή της Ευρώπης που προκλήθηκε από τη Γερμανία, συμπεριέλαβε την καταστροφή των Εβραίων της Ευρώπης και την καταστροφή του γερμανικού εθνικού κράτους.
Πρωτύτερα ωστόσο, οι Πολωνοί, τα έθνη της Βαλτικής, οι Τσέχοι, οι Σλοβάκοι, οι Αυστριακοί, οι Ούγγροι, οι Σλοβένοι και οι Κροάτες είχαν μοιραστεί τη μοίρα των Γερμανών στο βαθμό που είχαν όλοι για αιώνες υποφέρει εξαιτίας της γεωπολιτικής τους θέσης στην καρδιά αυτής της μικρής ευρωπαϊκής ηπείρου. Ή με άλλα λόγια, πολλές φορές εμείς οι Γερμανοί κάναμε τους άλλους να υποφέρουν εξαιτίας της κεντρικής μας θέσης ισχύος.
Στις ημέρες μας, οι αντικρουόμενες εδαφικές διεκδικήσεις και οι συγκρούσεις για τη γλώσσα ή τα σύνορα, οι οποίες στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα εξακολουθούσαν να αποτελούν κρίσιμες πτυχές της εθνικής ταυτότητας, έχουν σε μεγάλο βαθμό de facto χάσει τη σημασία τους, τουλάχιστον για εμάς τους Γερμανούς.
Μολονότι στη συνείδηση της κοινής γνώμης και του τύπου των ευρωπαϊκών χωρών, η γνώση και οι αναμνήσεις αυτών των μεσαιωνικών πολέμων έχουν σε μεγάλο βαθμό ξεθωριάσει, οι μνήμες των δύο Παγκόσμιων Πολέμων του εικοστού αιώνα και της γερμανικής κατοχής εξακολουθούν να διαδραματίζουν υπόγεια κυρίαρχο ρόλο.
Για εμάς τους Γερμανούς αυτό που μου φαίνεται θεμελιώδους σημασίας είναι ότι σχεδόν όλοι οι γείτονες της Γερμανίας - και ουσιαστικά όλοι οι Εβραίοι σε όλο τον κόσμο - θυμούνται το Ολοκαύτωμα και τις φρικαλεότητες που έλαβαν χώρα την εποχή της γερμανικής κατοχής στις περιφερειακές χώρες.
Δεν αντιλαμβανόμαστε επαρκώς ότι σχεδόν σε όλες τις γειτονικές μας χώρες υπάρχει μια υποβόσκουσα δυσπιστία απέναντι στους Γερμανούς η οποία πιθανότατα θα παραμείνει για αρκετές ακόμη γενιές.  
Οι μελλοντικές γενιές των Γερμανών θα πρέπει και αυτές να ζήσουν με αυτό το ιστορικό φορτίο. Και η σημερινή γενιά δεν πρέπει να ξεχνά ότι ήταν η δυσπιστία απέναντι στη Γερμανία και τη μελλοντική της ανάπτυξη που οδήγησε στην έναρξη της ευρωπαϊκής ενοποίησης το 1950.
Ο Τσόρτσιλ είχε δύο στόχους κατά νου όταν στην εξαιρετική του ομιλία στη Ζυρίχη το 1946,
 κάλεσε τους Γάλλους να ζήσουν αρμονικά με τους Γερμανούς και να ιδρύσουν μαζί τους τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης.
Ο πρώτος του στόχος ήταν να οικοδομηθεί μια κοινή άμυνα έναντι της δυνητικής απειλής που συνιστούσε η Σοβιετική Ένωση.
Ο δεύτερος ήταν η ένταξη της Γερμανίας σε μια ευρεία δυτική συμμαχία.
Ο Τσόρτσιλ ήταν αρκετά διορατικός και διέβλεπε ότι η Γερμανία θα γινόταν πάλι ισχυρή.
Όταν το 1950, τέσσερα χρόνια μετά την ομιλία του Τσόρτσιλ, οι Ρόμπερτ Σούμαν και Ζαν Μονέ κατέθεσαν το Σχέδιο Σούμαν για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, το έκαναν για τον ίδιολόγο: για την επανένταξη της Γερμανίας.
Ο Σαρλ ντε Γκολ, ο οποίος δέκα χρόνια αργότερα έτεινε χείρα συμφιλίωσης στον Κόνραντ Αντενάουερ, ενήργησε και αυτός με το ίδιο κίνητρο.
Όλες αυτές οι απόπειρες βασίστηκαν στη ρεαλιστική συνειδητοποίηση του φόβητρου της μελλοντικής ανάκτησης ισχύος από τη Γερμανία.

Η πρώιμη φάση της ευρωπαϊκής ενοποίησης μεταξύ 1950 και 1952 που περιοριζόταν στη δυτική Ευρώπη, δεν χαρακτηρίζονταν από τον ιδεαλισμό του Βίκτωρος Ουγκώ, ο οποίος το 1849 είχε απευθύνει έκκληση για την ενοποίηση της Ευρώπης, ούτε και από κάποια άλλη μορφή ιδεαλισμού.
Οι ηγέτες των κυριότερων κρατών της Ευρώπης και των ΗΠΑ εκείνη την εποχή (αναφέρομαι στους Τζορτζ Μάρσαλ, Αϊζενχάουερ, και Κένεντι, αλλά πάνω από όλους στους Τσόρτσιλ, Ζαν Μονέ, Αντενάουερ και ντε Γκολ ή επίσης και στους ντε Γκάσπερι και Ανρί Σπάακ) δεν ενήργησαν λόγω ενός ευρωπαϊκού ιδεαλισμού αλλά επειδή γνώριζαν την ευρωπαϊκή ιστορία.
Ενήργησαν με βάση τη ρεαλιστική επίγνωση για το τι ήταν απαραίτητο να γίνει για να αποφευχθεί η συνέχιση των συγκρούσεων ανάμεσα στα κράτη της περιφέρειας και τη Γερμανία στο κέντρο.  
Η εκτίμηση αυτού του αρχικού κινήτρου για την ευρωπαϊκή ενοποίηση, το οποίο παραμένει στοιχείο κλειδί ακόμη και σήμερα – είναι κρίσιμης σημασίας για την επίλυση της τρέχουσας, εξαιρετικά επικίνδυνης ευρωπαϊκής κρίσης.
Όσο πιο ισχυρή γινόταν οικονομικά, στρατιωτικά και πολιτικά η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80, τόσο περισσότερο οι ηγέτες των κρατών της δυτικής Ευρώπης αντιμετώπιζαν την ευρωπαϊκή ενοποίηση ως μια δικλείδα ασφαλείας ενάντια στην πιθανότητα μιας νέας γερμανικής ροπής προς τη σαγήνη της ισχύος.
Η αρχική αντίσταση κατά της ενοποίησης των δύο γερμανικών μεταπολεμικών κρατών εκ μέρους της Μάργκαρετ Θάτσερ, του Μιτεράν και του Αντρεότι το 1989/90 οφειλόταν καθαρά στην ανησυχία τους σχετικά με την ύπαρξη μιας ισχυρής Γερμανίας στο κέντρο αυτής της μικρής ευρωπαϊκής ηπείρου.
Θα μου επιτρέψετε στο σημείο αυτό μια σύντομη παρέκβαση προσωπικού χαρακτήρα.
 Άκουσα το Ζαν Μονέ όταν συμμετείχα στις εργασίες της δικής του επιτροπής «Pour les États-Unis d’Europe» (Για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης). Αυτό συνέβη το 1955.
Για μένα, ο Ζαν Μονέ παραμένει ένας από τους πιο διορατικούς γάλλους που γνώρισα ποτέ, ιδίως λόγω του σχεδίου του για μια σταδιακή προσέγγιση στην ευρωπαϊκή ενοποίηση.
Έκτοτε υπήρξα, λόγω της επίγνωσης των στρατηγικών συμφερόντων του γερμανικού έθνους και όχι από ιδεαλισμό, υποστηρικτής της ευρωπαϊκής ενοποίησης και της γερμανικής ένταξης στην Ευρώπη. (Αυτό με οδήγησε σε μια διαμάχη με τον ηγέτη του κόμματος Κουρτ Σουμάχερ, έναν άνθρωπο για τον οποίο έτρεφα μεγάλη εκτίμηση. Μπορεί για εκείνον το θέμα να ήταν ήσσονος σημασίας, αλλά για μένα – έναν τριαντάχρονο πρώην στρατιώτη που μόλις είχε επιστρέψει από τον πόλεμο – ήταν ένα πολύ σοβαρό ζήτημα). Αυτή η πεποίθηση με οδήγησε τη δεκαετία του 1950 να στηρίξω τα σχέδια του τότε πολωνού Υπουργού Εξωτερικών, Ραπάτσκι.
Στην αρχή της δεκαετίας του εξήντα, έγραψα ένα βιβλίο ενάντια στην επίσημη δυτική στρατηγική των πυρηνικών αντιποίνων που χρησιμοποιούσε το NATO για να απειλεί την ισχυρή Σοβιετική Ένωση - μια στρατηγική την οποία εξακολουθούμε να εφαρμόζουμε ακόμα και σήμερα.

II. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απαραίτητη
Οι Ντε Γκολ και Πομπιντού συνέχισαν τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης τη δεκαετία του εξήντα και στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα - όχι επειδή ήθελαν, καλώς ή κακώς, να ωθήσουν τη χώρα τους προς την Ευρώπη, αλλά προκειμένου να δεσμεύσουν τη Γερμανία.
Στη συνέχεια η καλή σχέση ανάμεσα στον Ζισκάρ Ντεστέν και σε εμένα οδήγησε σε μια περίοδο γαλλογερμανικής συνεργασίας και στη συνέχιση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, μια περίοδος που, μετά την άνοιξη του 1990, συνεχίστηκε με επιτυχία από τους Μιτεράν και Κολ.
Μεταξύ 1950/52 και 1991 η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μεγάλωσε σιγά-σιγά από τα έξι στα δώδεκα κράτη μέλη.
Χάρη στο εκτεταμένο προπαρασκευαστικό έργο του Ζακ Ντελόρ (τότε προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), οι Μιτεράν και Κολ το 1991 στο Μάαστριχτ, δημιούργησαν το κοινό νόμισμα, το ευρώ, το οποίο εισήχθη δέκα χρόνια αργότερα το 2001.
Και πάλι, η πραγματική αιτία ήταν η ανησυχία της Γαλλίας σχετικά με μια υπερβολικά ισχυρή Γερμανία, και για την ακρίβεια σχετικά με ένα υπερβολικά ισχυρό γερμανικό μάρκο.
Στο διάστημα που μεσολάβησε, το ευρώ κατέστη το δεύτερο σημαντικότερο νόμισμα της παγκόσμιας οικονομίας. Τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, αυτό το ευρωπαϊκό νόμισμα έχει μέχρι σήμερα αποδειχθεί πιο σταθερό από το αμερικανικό δολάριο - και πιο σταθερό και από το γερμανικό μάρκο στα δέκα τελευταία χρόνια της ύπαρξής του.
Όλα όσα έχουν γραφεί και ειπωθεί σχετικά με την υποτιθέμενη «κρίση του ευρώ» είναι ανεύθυνες ανοησίες από τα μέσα ενημέρωσης, τους δημοσιογράφους και τους πολιτικούς.

          Ωστόσο, από την εποχή του Μάαστριχτ το 1991/92,
                    ο κόσμος έχει αλλάξει δραματικά. 
Παρακολουθήσαμε την απελευθέρωση των κρατών της ανατολικής Ευρώπης και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Βλέπουμε την εντυπωσιακή άνοδο της Κίνας, της Ινδίας, της Βραζιλίας και άλλων «αναδυόμενων οικονομιών», τις οποίες παλαιότερα αποκαλούσαμε συνολικά «Τρίτος Κόσμος».

Παράλληλα, οι πραγματικές οικονομίες στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου έχουν παγκοσμιοποιηθεί. Με άλλα λόγια, σχεδόν όλες οι χώρες του κόσμου εξαρτώνται η μια από την άλλη.
Ειδικότερα, οι παίκτες των παγκοσμιοποιημένων χρηματοπιστωτικών αγορών απέκτησαν μια εξουσία η οποία επί του παρόντος, παραμένει εντελώς ανεξέλεγκτη.
Ταυτόχρονα ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξήθηκε ραγδαία και σχεδόν απαρατήρητα στα επτά δισεκατομμύρια. Όταν γεννήθηκα, υπήρχαν μόνο δυο δισεκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο.
 Όλες αυτές οι τεράστιες αλλαγές έχουν φοβερές επιπτώσεις για τους ευρωπαϊκούς λαούς, τις χώρες και την ευημερία τους.
Από την άλλη μεριά, όλες οι ευρωπαϊκές χώρες γηράσκουν και οι πληθυσμοί τους μειώνονται. Έως τα μέσα του 21ου αιώνα πιθανότατα θα ζουν στον πλανήτη έως και εννέα δισεκατομμύρια άνθρωποι. Τότε, τα ευρωπαϊκά έθνη θα αντιστοιχούν μόλις στο επτά τοις εκατό του συνολικού παγκόσμιου πληθυσμού.
Επτά τις εκατό στα εννέα δισεκατομμύρια! Έως το 1950 και για περισσότερους από δύο αιώνες, οι ευρωπαίοι αντιπροσώπευαν άνω του είκοσι τοις εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού. Ωστόσο, τα τελευταία πενήντα χρόνια ο αριθμός των Ευρωπαίων μειώνεται – όχι μόνο σε απόλυτους αριθμούς, αλλά και σε σύγκριση με την Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική.
Παρομοίως, το ευρωπαϊκό μερίδιο στο παγκόσμιο εθνικό προϊόν, δηλαδή στην προστιθέμενη αξία του παγκόσμιου πληθυσμού, μειώνεται. Αυτό το μερίδιο θα υποχωρήσει σε περίπου δέκα τοις εκατό το 2050, ενώ το 1950 παρέμενε στο γύρω στο τριάντα τοις εκατό.
Το 2050 κάθε επιμέρους ευρωπαϊκό έθνος θα αντιπροσωπεύει μόλις ένα κλάσμα μιας εκατοστιαίας μονάδας του παγκόσμιου πληθυσμού. Με άλλα λόγια, εάν θέλουμε να ελπίζουμε ότι εμείς οι Ευρωπαίοι θα έχουμε μια κάποια σημασία σε αυτό τον κόσμο, τότε θα πρέπει να ενεργούμε ενωμένοι. Διότι ως ξεχωριστά κράτη - είτε πρόκειται για τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία ή την Πολωνία, τις Κάτω Χώρες, τη Δανία ή την Ελλάδα - στο τέλος θα καταλήξουμε να αντιπροσωπεύουμε όχι εκατοστιαίες μονάδες, αλλά κλάσματα αυτών.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον το μακροπρόθεσμο στρατηγικό συμφέρον των ευρωπαϊκών εθνικών κρατών είναι να ενοποιηθούν. Αυτό το στρατηγικό συμφέρον ευρωπαϊκής ενοποίησης θα αποκτά διαρκώς μεγαλύτερη σημασία. Μέχρι σήμερα, οι περισσότερες χώρες δεν το έχουν αντιληφθεί σχεδόν καθόλου. Οι κυβερνήσεις τους δεν έχουν κατορθώσει να το καταστήσουν σαφές.
Εάν ωστόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση στην πορεία των επόμενων δεκαετιών δεν κατορθώσει να εξασφαλίσει μια κοινή, ακόμη και περιορισμένη, δράση, τότε δεν μπορεί να αποκλειστεί μια αυτοπροκαλούμενη περιθωριοποίηση των ευρωπαϊκών χωρών και του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Εάν αυτό συμβεί, δεν μπορεί επίσης να αποκλειστεί η αναβίωση του ανταγωνισμού και των συγκρούσεων γοήτρου μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η ενσωμάτωση της Γερμανίας δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί. Το παλαιό παιχνίδι ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια θα μπορούσε και πάλι να ξαναρχίσει.
Η διαδικασία της παγκόσμιας διαφώτισης, η εξάπλωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας, καθώς και της συνταγματικής και δημοκρατικής κυβέρνησης θα έπαυε να τροφοδοτείται με οιαδήποτε ουσιαστική δυναμική από την Ευρώπη.
Λαμβάνοντας υπόψη αυτά, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα καθίσταται μια ζωτική αναγκαιότητα για τα εθνικά κράτη της γηραιάς μας ηπείρου. Αυτή η αναγκαιότητα υπερβαίνει τα κίνητρα των Τσόρτσιλ και ντε Γκολ. Υπερβαίνει επίσης τα κίνητρα του Μονέ καθώς και εκείνα του Αντενάουερ. Σήμερα, υπερβαίνει και τα κίνητρα των Ερνστ Ρόιτερ, Φριτς Έρλερ, Βίλλυ Μπραντ και Χέλμουτ Κολ.
Θα πρόσθετα ότι ένα από τα θέματα που διακυβεύονται εδώ είναι αναμφίβολα η πρόσδεση της Γερμανίας. Για το λόγο αυτό εμείς οι γερμανοί πρέπει να είμαστε σαφείς σχετικά με τα καθήκοντά μας και το ρόλο μας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

III. Η Γερμανία χρειάζεται συνέχεια και αξιοπιστία
Εάν, στο τέλος του 2011, κοιτάξουμε τη Γερμανία απέξω με τα μάτια των κοντινών αλλά και πιο απομακρυσμένων γειτόνων μας, τότε καθίσταται σαφές ότι αυτή η χώρα, τα τελευταία χρόνια, έχει προκαλέσει δυσφορία και, πιο πρόσφατα, πολιτική ανησυχία. Στο κοντινό παρελθόν προέκυψαν σημαντικές αμφιβολίες σχετικά με τη συνέχεια της γερμανικής πολιτικής.
Η εμπιστοσύνη στην αξιοπιστία της γερμανικής πολιτικής έχει πληγεί.
Από τη μια πλευρά, αυτές οι αμφιβολίες και ανησυχίες είναι το αποτέλεσμα αστοχιών στην εξωτερική πολιτική από τους γερμανούς πολιτικούς και κυβερνήσεις.
Από την άλλη πλευρά, σχετίζονται με την οικονομική ισχύ που απέκτησε η χώρα μας μετά την επανένωσή της και η οποία προκάλεσε παγκόσμια έκπληξη.
 Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1970, μια εποχή που η Γερμανία παρέμενε διαιρεμένη, η οικονομία μας αναπτύχθηκε και έγινε η μεγαλύτερη στην Ευρώπη.
Τεχνολογικά, οικονομικά και κοινωνικά, είναι μια από τις πιο παραγωγικές οικονομίες του κόσμου. Η οικονομική μας ισχύς και η κοινωνική ειρήνη που απολαμβάνουμε εδώ και δεκαετίες και η οποία, συγκριτικά, είναι πολύ σταθερή, έχουν προξενήσει φθόνο, ιδίως επειδή το ποσοστό ανεργίας καθώς και ο δείκτης δανειακής επιβάρυνσης παραμένουν σε διεθνώς φυσιολογικά επίπεδα.
Ωστόσο δεν αντιλαμβανόμαστε επαρκώς ότι η οικονομία μας όχι μόνο είναι στενά ενσωματωμένη στην κοινή ευρωπαϊκή αγορά αλλά είναι επίσης και ιδιαίτερα παγκοσμιοποιημένη, κάτι που σημαίνει ότι εξαρτάται από τις συνθήκες στις διεθνείς αγορές.
 Ως εκ τούτου, του χρόνου οι γερμανικές εξαγωγές δεν θα αυξηθούν πάρα πολύ.
Ταυτόχρονα έλαβε χώρα μια ιδιαίτερα ανεπιθύμητη εξέλιξη: παρατεταμένα και υψηλά πλεονάσματα στο εμπορικό μας ισοζύγιο και στο ισοζύγιο πληρωμών μας. Εδώ και χρόνια, τα πλεονάσματα αποτελούν περίπου το πέντε τοις εκατό του εθνικού μας προϊόντος.
Είναι περίπου εξίσου υψηλά με τα πλεονάσματα της Κίνας. Δεν το αντιλαμβανόμαστε διότι
 τα πλεονάσματα αυτά δεν εκφράζονται πλέον σε γερμανικά μάρκα αλλά σε ευρώ.
Ωστόσο, οι πολιτικοί μας πρέπει να το έχουν υπόψη τους διότι, στην πραγματικότητα, τα πλεονάσματά μας είναι τα ελλείμματα άλλων χωρών.
Οι απαιτήσεις που έχουμε έναντι των άλλων είναι τα χρέη τους.
 Αυτό συνιστά μια ενοχλητική παραβίαση του ‘ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών’ που κάποτε ανυψώθηκε από εμάς στη θέση του νομικού ιδανικού. Πρόκειται για μια παραβίαση η οποία πρέπει να ανησυχεί τους εταίρους μας. Πρόσφατα, ακούστηκαν φωνές από το εξωτερικό – κυρίως από την Αμερική, αν και τελευταία προέρχονται από κάθε κατεύθυνση – που κάνουν έκκληση στη Γερμανία να αναλάβει κυρίαρχο ρόλο στην Ευρώπη.  
Όλοι αυτοί οι παράγοντες μαζί έχουν προκαλέσει περαιτέρω υποψίες στους γείτονές μας. Και έχουν επίσης αναβιώσει και δυσάρεστες αναμνήσεις. Αυτές οι οικονομικές εξελίξεις και η παράλληλη κρίση της ικανότητας των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λάβουν δράση πιέζουν τη Γερμανία να διαδραματίσει ξανά κύριο ρόλο.
Η Καγκελάριος αποδέχθηκε πρόθυμα αυτό το ρόλο μαζί με το γάλλο πρόεδρο. Ωστόσο, σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες καθώς και στα μέσα ενημέρωσης αρκετών από τους γείτονές μας εκφράστηκε μια αυξανόμενη ανησυχία σχετικά με τη γερμανική κυριαρχία.
Αυτή τη φορά το ζήτημα δεν είναι μια κεντρική δύναμη που είναι υπερβολικά ισχυρή στρατιωτικά και πολιτικά, αλλά ένα κέντρο που είναι υπερβολικά ισχυρό οικονομικά. Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητο να υπάρξει μια σοβαρή προειδοποίηση προς τους γερμανούς πολιτικούς, τα μέσα ενημέρωσης και το γενικό κοινό, η οποία θα αντιμετωπιστεί με προσοχή.
Εάν εμείς οι Γερμανοί, λόγω της οικονομικής μας ισχύος, μπαίναμε στον πειρασμό να διεκδικήσουμε έναν πολιτικά ηγετικό ρόλο στην Ευρώπη ή έστω να παίξουμε το ρόλο του πρώτου μεταξύ ίσων, μια αυξανόμενη πλειοψηφία των γειτόνων μας θα αντιστεκόταν σε αυτό.
Η ανησυχία των κρατών της περιφέρειας σχετικά με την ύπαρξη ενός υπερβολικά ισχυρού ευρωπαϊκού κέντρου θα επέστρεφε δριμύτερη.
Οι πιθανές συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης θα γονάτιζαν την ΕΕ και η Γερμανία θα βρισκόταν σε απομόνωση.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι μια πολύ μεγάλη χώρα με μια πολύ ανταγωνιστική οικονομία που οφείλει να είναι ενσωματωμένη στην Ευρώπη – για να προστατευθεί από τον εαυτό της, μεταξύ άλλων.
Για το λόγο αυτό, ήδη από το 1992 – την εποχή του Χέλμουτ Κολ – το Άρθρο 23 του Βασικού Νόμου μάς υποχρεώνει να συνεργαστούμε « … για την ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ».
Το Άρθρο 23 μας υποχρεώνει επίσης, ως στοιχείο αυτής της συνεργασίας, να τηρούμε την « αρχή της επικουρικότητας». Η παρούσα κρίση της ικανότητας των οργάνων της ΕΕ να λαμβάνουν δράση δεν επηρεάζει με κανένα τρόπο αυτές τις αρχές.
Δεδομένης της γεωπολιτικά κεντρικής μας θέσης και του ατυχή ρόλου που διαδραματίσαμε στην ευρωπαϊκή ιστορία έως το πρώτο ήμισυ του εικοστού αιώνα καθώς και της ισχυρής οικονομίας που διαθέτουμε σήμερα, κάθε γερμανική κυβέρνηση καλείται να επιδείξει το μέγιστο βαθμό ευαισθησίας ως προς τα συμφέροντα των εταίρων μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Και η προθυμία μας να βοηθήσουμε είναι απαραίτητη. Το μεγάλο έργο της ανοικοδόμησης που εμείς οι Γερμανοί επιτελέσαμε τα τελευταία εξήντα χρόνια δεν ήταν αποκλειστικά το αποτέλεσμα των δικών μας προσπαθειών. Θα ήταν ανέφικτο χωρίς τη βοήθεια των δυτικών νικηφόρων δυνάμεων, χωρίς την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και την Ατλαντική Συμμαχία, χωρίς τη βοήθεια των γειτόνων μας, χωρίς την πολιτική αφύπνιση στην ανατολική κεντρική Ευρώπη και χωρίς το τέλος της κομουνιστικής δικτατορίας.
Εμείς οι Γερμανοί έχουμε λόγους να νιώθουμε ευγνώμονες.
Και παράλληλα έχουμε το καθήκον να δείξουμε ότι αξίζουμε την αλληλεγγύη που λάβαμε παρέχοντας με τη σειρά μας την αλληλεγγύη μας στους γείτονές μας.
Αντιθέτως, ένας αγώνας για το δικό μας ρόλο στην παγκόσμια πολιτική καθώς και για το δικό μας κύρος στη διεθνή σκηνή θα ήταν μάλλον ανώφελος, ενδεχομένως και βλαβερός.
Σε κάθε περίπτωση, η στενή μας συνεργασία με τη Γαλλία και την Πολωνία καθώς και με όλους μας τους γείτονες και εταίρους στην Ευρώπη παραμένει απαραίτητη. Είμαι πεπεισμένος ότι είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τα μακροπρόθεσμα στρατηγικά συμφέροντά μας η Γερμανία να μην απομονωθεί και να μην επιτρέψει στον εαυτό της να απομονωθεί.
Η απομόνωση στη Δύση θα ήταν επικίνδυνη. Η απομόνωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στη ζώνη του ευρώ θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη.
Για μένα, αυτό το ιδιαίτερο γερμανικό συμφέρον είναι πολύ μεγαλύτερης προτεραιότητας από οποιοδήποτε τακτικισμό οιουδήποτε πολιτικού κόμματος.
Οι γερμανοί πολιτικοί και τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης έχουν το δύσκολο καθήκον να εξακολουθήσουν να μεταφέρουν αυτό το μήνυμα στο γενικό κοινό. Μπορεί, όπως συνέβη πρόσφατα, κάποιος να ισχυριστεί ότι από εδώ και στο εξής η Ευρώπη θα μιλάει γερμανικά.
Ή κάποιος γερμανός υπουργός εξωτερικών να θεωρήσει ότι οι εμφανίσεις με τηλεοπτική κάλυψη στην Τρίπολη, το Κάιρο ή την Καμπούλ είναι πιο σημαντικές από τις πολιτικές επαφές με τη Λισσαβόνα, τη Μαδρίτη, τη Βαρσοβία ή την Πράγα, το Δουβλίνο, τη Χάγη, την Κοπεγχάγη και το Ελσίνκι. Ή κάποιος άλλος να θεωρήσει ότι οφείλουμε να αποτρέψουμε μια Ευρωπαϊκή Ένωση ‘Μεταβιβάσεων’. Όλα αυτά δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από αλαζονική υπεροψία και είναι και επιβλαβή.
Είναι γεγονός ότι η Γερμανία υπήρξε καθαρός συνεισφέρων για πολλές δεκαετίες. Αυτό το ρόλο τον διαδραματίζουμε ήδη από την εποχή του Αντενάουερ και συνεχίσαμε να το κάνουμε έκτοτε.
Και είναι φυσικό χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία να ήταν πάντοτε καθαροί λήπτες.
Μπορεί αυτή η αλληλεγγύη να μοιάζει σήμερα ξένη στη γερμανική πολιτική τάξη. Ωστόσο, μέχρι σήμερα ήταν η πραγματικότητα. Το ίδιο ισχύει και για την αρχή της επικουρικότητας:
 ό,τι δεν μπορεί να ρυθμίσει ή να διαχειριστεί μόνη της κάποια χώρα πρέπει να το αναλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτή η αρχή αποτελεί μια από τις υποχρεώσεις που είναι αποτυπωμένες στη Συνθήκη της Λισσαβόνας.
Μετά το Σχέδιο Σούμαν, ο Κόνραντ Αντενάουερ – οδηγούμενος από το σωστό πολιτικό του αισθητήριο και παρά την αντίσταση του Κουρτ Σουμάχερ και αργότερα επίσης του Λούντβιχ Έρχαρντ – αποδέχθηκε τις γαλλικές προσφορές. Μολονότι η Γερμανία παρέμενε διαιρεμένη εκείνη την εποχή, ο Αντενάουερ έκρινε σωστά το μακροπρόθεσμο στρατηγικό συμφέρον της Γερμανίας.
Όλοι οι διάδοχοι του Αντενάουερ - οι Μπραντ, Σμιτ, Κολ και Σρέντερ - εξακολούθησαν τη δική του πολιτική ενοποίησης.
Κανένας βραχυπρόθεσμος, εσωτερικός ή εξωτερικός πολιτικός τακτικισμός δεν αμφισβήτησε το μακροπρόθεσμο στρατηγικό συμφέρον των γερμανών.
Έτσι, όλοι οι γείτονες και εταίροι μας μπορούσαν για δεκαετίες να βασίζονται στη συνέχεια της γερμανικής ευρωπαϊκής πολιτικής, ανεξάρτητα από τις αλλαγές κυβερνήσεων. Είναι απαραίτητο αυτή η συνέχεια να διατηρηθεί στο μέλλον.

IV. Η σημερινή κατάσταση στην ΕΕ απαιτεί δραστικές ενέργειες
Οι εννοιολογικές συνεισφορές της Γερμανίας ήταν πάντοτε μια πραγματικότητα. Αυτό πρέπει να εξακολουθήσει να ισχύει στο μέλλον. Ωστόσο, δεν πρέπει να προσπαθούμε να προβλέψουμε το μακρινό μέλλον. Οι τροποποιήσεις της συνθήκης μόνο εν μέρει θα μπορούσαν να διορθώσουν τις πράξεις, τις παραλήψεις και τα σφάλματα που διαπράχθηκαν πριν από είκοσι χρόνια στο Μάαστριχτ.
Οι σημερινές προτάσεις σχετικά με τροποποίηση της υφιστάμενης Συνθήκης της Λισσαβόνας δεν μου φαίνονται ιδιαίτερα βοηθητικές για το άμεσο μέλλον, εάν θυμηθεί κανείς τις πρωτύτερες δυσκολίες για την επικύρωση από τα κράτη της συνθήκης και τα αρνητικά αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων.
Θα συμφωνούσα, επομένως, με όσα είπε ο Πρόεδρος της Ιταλίας Ναπολιτάνο σε μια εξαιρετική του ομιλία στα τέλη Οκτωβρίου, όπου μας ζήτησε να επικεντρωθούμε σε αυτά που πρέπει να γίνουν τώρα και να εκμεταλλευθούμε επίσης τις δυνατότητες που προσφέρει η ισχύουσα Συνθήκη της ΕΕ, ιδίως όσον αφορά την αυστηροποίηση των δημοσιονομικών κανονισμών και την ενίσχυση της οικονομικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ.
Η παρούσα κρίση της ικανότητας δράσης των οργάνων της ΕΕ που δημιουργήθηκαν στη Λισσαβόνα δεν μπορεί να επιτραπεί να συνεχιστεί επί χρόνια. Με την εξαίρεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα όργανα - το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, η Επιτροπή στις Βρυξέλλες και τα Συμβούλια Υπουργών - παρείχαν όλα μικρή ουσιαστική βοήθεια μετά την επίλυση της σοβαρής τραπεζικής κρίσης του 2008 και ιδίως μετά το ξέσπασμα της επακόλουθης κρίσης κρατικού χρέους.
Δεν υπάρχει πανάκεια για την υπέρβαση της σημερινής κρίσης ηγεσίας της ΕΕ.
Θα χρειαστεί να γίνουν αρκετά βήματα, ορισμένα ταυτόχρονα, άλλα διαδοχικά. Δεν θα χρειαστούμε μόνο την ικανότητά μας να κρίνουμε και να ενεργούμε, αλλά επίσης και υπομονή. Υπό αυτό το πρίσμα, οι εννοιολογικές συνεισφορές της Γερμανίας δεν μπορούν να περιορίζονται σε συνθήματα. Δεν πρέπει να ανταλλάσσονται στην τηλεόραση αλλά να συζητούνται εμπιστευτικά στις επιτροπές των οργάνων της ΕΕ. Σε αυτή τη συζήτηση, εμείς οι Γερμανοί δεν πρέπει να προβάλλουμε το οικονομικό και κοινωνικό μας σύστημα, το ομοσπονδιακό μας ή το χρηματοπιστωτικό και δημοσιονομικό μας σύστημα ως υπόδειγμα ή πρότυπο για τους ευρωπαίους εταίρους μας.
Αντιθέτως, πρέπει να τα παρουσιάζουμε ως μια μεταξύ πολλών πιθανών εναλλακτικών λύσεων.
Όλοι φέρουμε κοινή ευθύνη για οτιδήποτε πράξει ή δεν πράξει η Γερμανία σήμερα και για τις μελλοντικές επιπτώσεις αυτών στην Ευρώπη.
Για το λόγο αυτό πρέπει να διαθέτουμε ευρωπαϊκή κοινή λογική. Αλλά δεν χρειαζόμαστε μονάχα τη λογική, χρειαζόμαστε επίσης και μια καρδιά που να συμπάσχει με τους γείτονες και τους εταίρους μας. Σε ένα σημαντικό σημείο, συμφωνώ με τον Γιούργκεν Χάμπερμας ο οποίος πρόσφατα είπε ότι – και παραθέτω – « … για πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΕ παρακολουθούμε μια πραγματική εξασθένηση της δημοκρατίας » (τέλος παράθεσης).
Είναι αλήθεια ότι όχι μόνο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμπεριλαμβανομένου του προέδρου του, αλλά επίσης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμπεριλαμβανομένου του προέδρου της, και τα διάφορα Συμβούλια Υπουργών και ολόκληρη η γραφειοκρατία των Βρυξελλών έχουν από κοινού παραμερίσει τη δημοκρατία.
Όταν εισάγαμε τις ευρωεκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχα υποκύψει στην ψευδαίσθηση ότι το Κοινοβούλιο θα ασκούσε κάποια πολιτική επιρροή. Ωστόσο, μέχρι σήμερα το Κοινοβούλιο δεν είχε αναγνωρίσιμη επίδραση στη διαχείριση της κρίσης καθώς οι διαβουλεύσεις και οι αποφάσεις του δεν είχαν δημόσια επιρροή.
Επιστρέψτε μου, επομένως, να απευθύνω μια έκκληση στον Μάρτιν Σουλτς.
Είναι πλέον καιρός εσείς και οι συνάδελφοί σας βουλευτές από τα κόμματα των χριστιανοδημοκρατών, των σοσιαλιστών, των φιλελεύθερων και των πρασίνων να ενεργήσετε ενωμένοι ώστε να ακουστεί στο κοινό ο λόγος σας χωρίς επιφυλάξεις.
Ο καλύτερος τομέας στον οποίο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να δείξει την ισχύ του
είναι η εποπτεία των τραπεζών, των χρηματιστηρίων και των χρηματοπιστωτικών τους μέσων, η οποία υπήρξε εντελώς ανεπαρκής μετά τη σύνοδο του G20 το 2008.
Αμέτρητες χιλιάδες διαπραγματευτές χρηματοπιστωτικών προϊόντων στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, καθώς και ορισμένοι οίκοι αξιολόγησης έχουν καταστήσει ομήρους τους τις πολιτικά υπεύθυνες κυβερνήσεις της Ευρώπης. Είναι εντελώς απίθανο ο Μπαράκ Ομπάμα να κάνει κάτι για αυτό.
 Το ίδιο ισχύει και για τη βρετανική κυβέρνηση.
Το 2008/2009, οι κυβερνήσεις ολόκληρου του κόσμου κατόρθωσαν να σώσουν τις τράπεζες με εγγυήσεις και χρήματα των φορολογουμένων. Ωστόσο, από το 2010, αυτή η αγέλη ιδιαίτερα έξυπνων και επιρρεπών στην ψύχωση διαχειριστών χρηματοπιστωτικών προϊόντων επέστρεψε στο παλαιό παιχνίδι του κέρδους και των μπόνους. 
Πρόκειται για ένα τυχερό παιχνίδι εις βάρος όλων όσων δεν παίζουν, στο οποίο η Μάριον Ντένχοφ και εγώ τη δεκαετία του ενενήντα είχαμε ασκήσει κριτική χαρακτηρίζοντάς το ως εξαιρετικά επικίνδυνο.
Εάν κανείς άλλος δεν είναι έτοιμος να αναλάβει δράση, τότε πρέπει να δράσουν τα μέλη της ζώνης του ευρώ. Θα μπορούσαν να κάνουν χρήση του Άρθρου 20 της Συνθήκης της Λισσαβόνας, στο οποίο προβλέπεται ρητά ότι τα επιμέρους κράτη της ΕΕ μπορούν να… « εγκαθιδρύσουν ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ τους». Σε κάθε περίπτωση, οι χώρες που συμμετέχουν στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα θα πρέπει να συνεργαστούν για να εισάγουν ριζικές ρυθμίσεις για την κοινή χρηματοπιστωτική αγορά στη ζώνη του ευρώ.
Αυτές οι ρυθμίσεις πρέπει να καλύπτουν τη διάκριση των κανονικών εμπορικών τραπεζών από τις επενδυτικές και τις σκιώδεις τράπεζες, να απαγο- ρεύουν την ανοικτή πώληση αξιών σε μελλοντική ημερομηνία, τη διαπραγμάτευση παράγωγων προϊόντων εάν δεν είναι εγκεκριμένα από τον επίσημο φορέα εποπτείας της χρηματιστηριακής αγοράς, και να περιορίζουν ουσιαστικά τις συναλλαγές που επηρεάζουν τη ζώνη του ευρώ και πραγματοποιούνται από τους οίκους αξιολόγησης που δεν υπόκεινται σήμερα σε καμία εποπτεία. Δεν θα σας κουράσω με άλλες λεπτομέρειες.
Φυσικά, το παγκοσμιοποιημένο τραπεζικό λόμπυ θα κινούσε και πάλι γη και ουρανό για να αποτρέψει κάτι τέτοιο. Σε τελική ανάλυση, έχει εμποδίσει πάσης φύσεως νομοθεσία μεγάλης εμβέλειας που έχει υποβληθεί μέχρι σήμερα.
Έχει σκόπιμα δημιουργήσει μια κατάσταση όπου η αγέλη των διαπραγματευτών του έχει οδηγήσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στη δύσκολη θέση να πρέπει να εφευρίσκουν διαρκώς νέουςμηχανισμούς σωτηρίας’ – και να τους επεκτείνουν μέσω ‘μόχλευσης’. Έχει πλέον φθάσει ο καιρός να κάνουμε κάτι για αυτό.
Εάν οι ευρωπαίοι έχουν το θάρρος και τη δύναμη να εισάγουν ριζικές ρυθμίσεις για τη χρηματοπιστωτική αγορά, μπορούμε μεσοπρόθεσμα να καταστούμε μια περιοχή σταθερότητας. Αλλά εάν αποτύχουμε σε αυτό, τότε η επιρροή της Ευρώπης θα συνεχίσει να φθίνει – και ο κόσμος θα εξελιχθεί σε μια διανδρία ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και το Πεκίνο.
Όλα τα βήματα που έχουν αντιμετωπισθεί και ανακοινωθεί έως τώρα θα είναι αναμφίβολα απαραίτητα για τη ζώνη του ευρώ στο άμεσο μέλλον.
Αυτά περιλαμβάνουν το ταμείο διάσωσης, τους δείκτες μόχλευσης και τους απαραίτητους μηχανισμούς παρακολούθησης, μια κοινή οικονομική και φορολογική πολιτική καθώς και μια σειρά από φόρους, δαπάνες, μεταρρυθμίσεις στην κοινωνική πολιτική και την αγορά εργασίας στις διάφορες χώρες.
Η ύπαρξη ενός κοινού χρέους θα είναι και εκείνη αναπόφευκτη. Εμείς οι Γερμανοί δεν μπορούμε να το αρνηθούμε αυτό για εγωιστικούς εθνικούς λόγους.
Πρέπει επίσης να αποφύγουμε να υποστηρίζουμε μια ακραία αποπληθωριστική πολιτική για το σύνολο της Ευρώπης. Αντιθέτως, ο Ζακ Ντελόρ έχει απόλυτο δίκιο όταν επιμένει ότι η ισοσκέλιση των προϋπολογισμών πρέπει να συνοδεύεται από την εισαγωγή και χρηματοδότηση έργων που θα τονώσουν την ανάπτυξη.
Καμία χώρα δεν μπορεί να εξυγιάνει τον προϋπολογισμό της χωρίς ανάπτυξη και χωρίς νέες θέσεις εργασίας. Όσοι πιστεύουν ότι η Ευρώπη μπορεί να ανακάμψει κάνοντας μόνο οικονομίες στους προϋπολογισμούς θα έπρεπε να μελετήσουν τη μοιραία επίδραση της αποπληθωριστικής πολιτικής του Χάινριχ Μπρούνινγκ το 1930/32. Αυτή προκάλεσε ύφεση και αφόρητα ύψη ανεργίας οδηγώντας έτσι στο θάνατο την πρώτη γερμανική δημοκρατία.
V. Προς τους φίλους μου
Συμπερασματικά φίλοι μου, επιτρέψτε μου να πω ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να κάνετε κηρύγματα διεθνούς αλληλεγγύης προς τους σοσιαλδημοκράτες.
Διότι εδώ και ενάμιση αιώνα, οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες είναι διεθνιστές σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από γενιές φιλελευθέρων, συντηρητικών ή γερμανών εθνικιστών. Εμείς οι σοσιαλδημοκράτες είχαμε πάντα ακλόνητη πίστη στην ελευθερία και την αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου. Πάντοτε πιστεύαμε ακράδαντα στην αντιπροσωπευτική, κοινοβουλευτική δημοκρατία. Αυτές οι θεμελιώδεις αξίες μάς δεσμεύουν σήμερα στο δρόμο της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.
Τον 21ο αιώνα, αναμφίβολα η Ευρώπη θα συνεχίσει να απαρτίζεται από εθνικά κράτη,
 το κάθε ένα με τη δική του γλώσσα και ιστορία.
Για το λόγο αυτό η Ευρώπη είναι βέβαιο ότι δεν θα γίνει ομοσπονδιακό κράτος.
Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αντέχει να εκφυλιστεί σε μια απλή συνομοσπονδία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να παραμείνει μια δυναμικά εξελισσόμενη συμμαχία, για την οποία δεν υπάρχει προηγούμενο στην ανθρώπινη ιστορία. Εμείς οι σοσιαλδημοκράτες πρέπει να συμβάλλουμε στη σταδιακή εξέλιξη αυτής της συμμαχίας.
Όσο πιο ηλικιωμένος είναι κανείς, τόσο περισσότερο βλέπει τα πράγματα από πιο μακροπρόθεσμη προοπτική. Ακόμη και τώρα που είμαι ηλικιωμένος, πιστεύω ακράδαντα στις τρεις βασικές αξίες του προγράμματος Godesberg: ελευθερία, δικαιοσύνη και αλληλεγγύη.
Αισθάνομαι ότι σήμερα η δικαιοσύνη απαιτεί, ιδιαίτερα, ίσες ευκαιρίες για τα παιδιά, τους μαθητές των σχολίων και τους νέους γενικότερα.
 Όταν αναλογίζομαι το 1945 ή το 1933 – όταν είχα μόλις γίνει 14 ετών – η πρόοδος που συντελέστηκε στο μεσοδιάστημα μου φαντάζει σχεδόν απίστευτη:
είναι η πρόοδος των ευρωπαίων από το Σχέδιο Μάρσαλ του 1948, από το Σχέδιο Σούμαν του 1950, η πρόοδος που οφείλουμε στο Λεχ Βαλέσα και το Solidarnosc, στο Βάτσλαβ Χάβελ και τη Χάρτα 77 και στους Γερμανούς στη Λειψία και το ανατολικό Βερολίνο μετά τις σημαντικές πολιτικές αλλαγές του 1989/91.
Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης απολαμβάνει τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ειρήνη. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορούσαμε ποτέ να έχουμε φανταστεί το 1918, το 1933 ή το 1945.
Επομένως, ας προσπαθήσουμε να διασφαλίσουμε ότι η ιστορικά μοναδική Ευρωπαϊκή Ένωση θα αναδυθεί από την παρούσα περίοδο αδυναμίας της σταθερή και με αυτοπεποίθηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου